Ιστορία

 

Τη δεκαετία του 1920, ο Hans Berger, ένας Γερμανός Ψυχίατρος πειραματίστηκε με ηλεκτρόδια σε πελάτες του που είχαν ένα μέρος του κρανίου τους εκτεθειμένο εξαιτίας της προηγούμενης ιατρικής τους κατάστασης. Αυτό έκανε το σήμα να είναι πιο ξεκάθαρο.

Δημοσιοποίησε το πρώτο ανθρώπινο εγκεφαλογράφημα και μία εργασία πάνω σε αυτό το 1929.  Συνολικά, δημοσιοποίησε 14 αναφορές σχετικά με τις μελέτες του πάνω στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα και πολλά από αυτά που γνωρίζουμε σήμερα, ειδικά για τις μεσαίες συχνότητες, οφείλονται στην έρευνά του.

Τη δεκαετία του 1960, ο Barry Sterman έχοντας αποκτήσει το διδακτορικό του στη Νευρολογία και στην Ψυχολογία απ το UCLA, δέχτηκε μία θέση ως ερευνητής ύπνου στο Νοσοκομείο των Βετεράνων στο Λος Άντζελες. Στον Sterman ανατέθηκε να απαντήσει αν ο άνθρωπος επιλέγει να πάει για ύπνο το βράδυ ή αν ο εγκέφαλος επιβάλει στον άνθρωπο να το κάνει. Ο Sterman ξεκίνησε την έρευνά του χρησιμοποιώντας ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα.

Στα τέλη του 1960, άρχισε τα πειράματα σε 30 γάτες. Σε διάστημα 12 μηνών η ομάδα του και ο ίδιος είχαν εκπαιδεύσει μία ομάδα γατών να ενισχύουν 12-15 (SMR) hertz με τη θέλησή τους και μία άλλη ομάδα γατών να αναχαιτίζουν τα ίδια κύματα. Οι γάτες εμφάνισαν πολύ καλύτερο ύπνο και ελαχιστοποίησαν τις φορές που ξυπνούσαν κατά τη διάρκειά του . Για αυτό και ονομάστηκαν «χαρούμενες γάτες».

Η επόμενη μελέτη του Sterman ήταν σε συνεργασία με τον ερευνητή φαρμακοποιό Allies Gordon. O Gordon Allies δέχτηκε μία σύμβαση από το στρατό (NASA) με σκοπό να εξερευνήσει την τοξικότητα του καυσίμου των πυραύλων. Η υπόθεση ήταν πως η συγκεκριμένη ύλη ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία επιληπτικών κρίσεων. Η ομάδα γατών που είχε εκπαιδευτεί στο προηγούμενο πείραμα με σκοπό την αύξηση των SMR κυμάτων, παρουσίαζε αντίσταση στις επιληπτικές κρίσεις. Υπήρχε μία ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ του εγκεφάλου και της φυσιολογίας και έτσι εφαρμόστηκε και σε ανθρώπους με αποτέλεσμα αυτοί που εμφάνιζαν επιληπτικές κρίσεις να εμφανίζουν σε πολύ λιγότερο ποσοστό συχνότητας και έντασης.

 Από τότε και έπειτα η έρευνα πάνω στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα συνεχίστηκε, αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε σε ένα πλήθος από συμπτώματα

Κατά τα τελευταία 25 χρόνια οι Othmers έχουν αναπτύξει μία πολύ αποτελεσματική τεχνική. Βασισμένη σε αποδεδειγμένα πρωτόκολλα Νευροανάδρασης (όπως η κλασσική Β-smr εκπαίδευση) οι παράμετροι ανατροφοδότησης αναπτύχθηκαν και βελτιώθηκαν περαιτέρω, καθαρά με βάση την επίδραση του πελάτη. Αυτό συνοδεύεται από μία συνεχή εξέλιξη του λογισμικού και του υλικού της Νευροανάδρασης. Αυτή η εξέλιξη είχε ως απόρροια να συμπεριληφθούν στην εκπαίδευση  οι πολύ χαμηλές συχνότητες (ILF = Infra Low Frequency)

Η μέθοδος Othmer είναι ένας συνδυασμός από τρία ισχυρά συστατικά:

Την κλασική εκπαίδευση- Η κλασική εκπαίδευσης είναι σαφώς μέρος της Cygnet και της μεθόδου Othmer. Ακόμη και αν δουλεύουμε σε πολύ χαμηλές συχνότητες χρησιμοποιούμε τη δυναμική των μεθόδων ανατροφοδότησης.

ILF εκπαίδευση- Εκπαίδευσης κατωτάτων υπό-συχνοτήτων. Η αποτελεσματικότητά τους έχει σαφώς καθοριστεί εξαιτίας των ερευνών που έγιναν στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια. Έτσι έχει εισαχθεί και εμπειρικά το φάσμα αυτών των συχνοτήτων τα τελευταία χρόνια.

Διπολική εκπαίδευση- Εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει ότι, σαφώς, η ανατροφοδότηση του εγκεφάλου σε δύο περιοχές ταυτόχρονα είναι πολύ πιο αποδοτική από το να δουλεύεται μόνο μία περιοχή κάθε φορά.

Η ηλεκτροεγκεφαλογραφική Βιοανάδραση ή αλλιώς Νευροανάδραση είναι ένα πεδίο που δεν έχει σταματήσει να εξελίσσεται και να μας εκπλήσσει καθημερινά. Υπάρχουν περίπου 10.000 εκπαιδευτές Νευροανάδρασης σε όλο τον κόσμο ενώ το 90% από αυτούς βρίσκονται στις ΗΠΑ.